Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2015

Στυλ ζωής

Υπάρχουν κάποια κυριακάτικα βράδια, ή ξημερώματα καθημερινής που οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν έντονο μέσα στην ψυχή τους το συναίσθημα της μοναξιάς. Δεν πιστεύω ότι έχει υπάρξει άνθρωπος σε αυτό τον κόσμο που παρά το γεγονός ότι μπορεί να περιτριγυρίζεται από άτομα της αρεσκείας του, δεν έχει αισθανθεί έστω μία φορά στην ζωή του, αυτή την άβολη κατάσταση. Κατά πολλούς είναι ό,τι χειρότερο.
 
Τρέχουμε, τρέχουμε και πάλι δεν προλαβαίνουμε, γεμίζουμε το πρόγραμμά μας και όλως περιέργως καταλήγουμε να πετάμε έξω υποχρεώσεις γιατί δεν βγαίνει.. Και την επόμενη και τη μεθεπόμενη ημέρα και ξαφνικά όλες οι ημέρες είναι ίδιες, απλές επαναλήψεις με πρωταγωνιστή εμάς που ακόμα δεν έχουμε προλάβει.
Πράττοντας έτσι, ενδόμυχα κρύβουμε μέσα μας μία μικρή αλαζονεία για το ότι μπορούμε να κάνουμε πολλά και φυσικά θέλουμε να δουν και οι γύρω ότι συνεχώς με κάτι καταπιανόμαστε. Κάποιες φορές όμως είναι αυτή η ριμάδα η μοναξιά που βιώνουμε και έχουμε ως αποκούμπι για παρέα τις ατελείωτες δραστηριότητές μας. Ευελπιστούμε στο τέλος της ημέρας να μας έχουν εξαντλήσει αρκετά ψυχοσωματικά έτσι ώστε να μην υπάρχει χρόνος και κουράγιο για περαιτέρω σκέψη και ανάλυση.
 
Σε ένα βιβλίο του, ο Jorge Bucay αναφέρει μία ιστορία για έναν άνθρωπο που επέμενε να κυκλοφορεί όλη την ημέρα φορώντας δύο νούμερα μικρότερο παπούτσι από το κανονικό του, πονώντας ανυπόφορα καθημερινώς μόνο και μόνο για να αισθάνεται την μαγική ανακούφιση το βράδυ όταν τα έβγαζε, μετά από τον οξύ πόνο της ημέρας. Το πιστεύω του ήταν ότι μονάχα όποτε υπέφερε, θα έπρεπε να ανταμειβόταν στη ζωή του και αντιστρόφως ότι δεν όφειλε να περιμένει κάτι "καλό", από τη στιγμή που δεν είχε αρκετά εξαντληθεί. Φυσικά ο συγγραφέας, στη συνέχεια της διήγησής του δεν στηρίζει καθόλου αυτή την επιβλαβή για τον άνθρωπο, λογική.
 
Όντως, δεν χρειάζεται να επιφορτιζόμαστε με επιπλέον βάρη, είτε γιατί πιστεύουμε ότι εφόσον υποφέραμε αρκετά τώρα είναι η ώρα να γυρίσει και σε εμάς το βλέμμα του ο Θεός απαλλάσσοντάς μας από τη μοναξιά μας είτε γιατί πρέπει τώρα πια όλοι οι άλλοι να μας τιτλοφορήσουν ικανούς, άξιους και διάφορα άλλα τέτοια σχετικά. Οτιδήποτε κάνουμε είναι για να μας γεμίζει χαρά και πληρότητα και γίνεται αποκλειστικά γιατί μας δημιουργεί ψυχική ευεξία και γαλήνια συναισθήματα που ομορφαίνουν τη ζωή μας.
Το ρητό ενός πολύ καλού μου φίλου που είχε αντιληφθεί βαθιά ότι η ομορφιά του κόσμου κινείται στα πλαίσια ενός διαφορετικού στυλ ζωής ήταν ....   να αγαπάς τη ζωή σου, να την τελειοποιείς, να κάνεις όλα τα πράγματα στη ζωή σου όμορφα, να κάνεις τη ζωή σου μακρύτερη υπηρετώντας τους ανθρώπους γύρω σου.
Για τον Χριστόφορο
 
''Οι πιο επίπονες  μορφές αποχαιρετισμών είναι αυτές που δεν λέγονται ή δεν εξηγούνται ποτέ.''- Άγνωστος 
 
Posted by
Maria Tsoli

Κυριακή, 11 Ιανουαρίου 2015

Το πάθος μου.. το λάθος μου;

Πρόσφατα είδα μια ταινία, της οποίας τον τίτλο δεν θα αποκαλύψω, αλλά η αλήθεια είναι ότι μου ξύπνησε ερωτήματα γύρω από το θέμα της δημιουργικότητας στο καθημερινό και αναγκαστικό για την επιβίωσή μας, κομμάτι της δουλειάς.
Πότε αποδίδει ο άνθρωπος στην εργασία του; Τι είναι αυτό που θα του δώσει ώθηση να πάει ένα βήμα παρακάτω, να θελήσει να μάθει, να ψαχτεί, να βελτιωθεί και να κάνει που λέμε "παπάδες" σε ό,τι του ζητηθεί, να ξεχάσει να κάνει διάλειμμα για .. τσιγάρο;
Δε θέλει και πολύ σκάλισμα.. όταν φυσικά είναι παθιασμένος με το αντικείμενο ενασχόλησής του, αυτό που λέμε όταν του αρέσει η δουλειά του. Αλήθεια, από τους ανθρώπους που συναναστρεφόμαστε, πόσους έχουμε ακούσει να μιλάνε για αυτήν και να χάνουν τον χώρο και τον χρόνο; Πολύ λίγοι. Προσωπικά εγώ ξέρω δύο.
Θα ήταν ευχής έργον να ταυτιζόταν η δουλειά που κάνουμε με αυτή που θα θέλαμε να κάνουμε. Ακούμε εκφράσεις όπως πάντα ήθελα να γίνω καλλιτέχνης, δεν έκατσε όμως. Τα φέρε έτσι η ζωή...Δε με γεμίζει η τωρινή μου δουλειά αλλά αφού έτσι τα βγάζω πέρα...
Η δουλειά βγαίνει από τη δουλεία, έχω πιάσει τη θεία μου να λέει συνέχεια..
Η πραγματικότητα μας θέλει να πέφτουμε στο δίλημμα του ή να τα βγάζουμε απλά πέρα ήρεμα, "ρουτινιάρικα" και  χωρίς πολλές εσωτερικές επαναστάσεις ή να νιώθουμε ότι μας στερούν τη φαντασία και τη δημιουργικότητα, στοιχεία των οποίων η συνύπαρξη θα μας εκτόξευε στα ύψη της αποδοτικότητας, εάν κάναμε το επάγγελμα που μας άρεσε. Βλέπουμε τελικά ότι δεν επιλέγουμε εμείς οι ίδιοι μεταξύ αυτών των δύο καταστάσεων αλλά η υπάρχουσα κοινωνική δομή. Πολύ σωστά θα πει κάποιος Μα είναι καιρός για να επιλέγεις; Εδώ σε επιλέγουν και κάνεις και το κορόιδο..
Δεν είναι ψέμα. Έτσι συμβαίνει στο 99% των περιπτώσεων των ανθρώπων που ψάχνουν για εργασία. Χωρίς να ευθύνονται οι ίδιοι, με τον χρόνο, ξεχνάνε ποιο είναι το πραγματικό αντικείμενο του εργασιακού ενδιαφέροντός τους. Ο συλλογισμός είναι ξεκάθαρος: Δουλειά να ναι και ό,τι να ναι. Φυσικά αυτό, δεν σημαίνει ότι απαραίτητα γεννηθήκαμε για να ασκήσουμε την πρώτη τυχαία δουλειά που βρήκαμε στο δρόμο μας. Κανένας δεν μας εγγυάται ότι δεν θα κάνουμε αρκετά στραβοπατήματα ειδικά στην αρχή. Τη σήμερον ημέρα το επικρατέστερο σενάριο σε αυτές τις καταστάσεις είναι να εξαντληθεί ταχύτατα η, έτσι κι αλλιώς, πενιχρή υπομονή του εργοδότη, να έρθουμε και εμείς στα όρια μας και αφενός αν υπάρχει πραγματική ανάγκη από μέρους μας, μένουμε στη θέση μας καταπίνοντας εν καιρώ ένα ποταμό παραλογισμών εξελίσσοντας έτσι το διαπραγματευτικό μας ταλέντο, αφετέρου αν μπορούμε να διαχειριστούμε το βιοποριστικό μας ζήτημα και εκτός αυτής της δουλειάς, αποχωρούμε.
Κατά την αποχώρηση οφείλουμε να αρνηθούμε τη σκέψη ότι η δουλειά είναι δουλεία, όσο και αν μας έχει πάρει από κάτω η σκληρότητα με την οποία η κοινωνία ανταμείβει τα μέλη της για τις υπηρεσίες τους. Δεν είναι η κάθε δουλειά, δουλεία. Η δουλειά που μας γεμίζει  είναι η σωστή για εμάς. Λέγεται απόλαυση, πάθος, έκσταση, το "ψώνιο" μας που χωρίς αυτό αισθανόμαστε ότι λείπει ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μας.

Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου 2015

Μαζί ή μόνος

Πολύς λόγος γίνεται για την οικονομική κατάσταση χιλιάδων ελληνικών νοικοκυριών. Χρωστάμε παντού, καλά δεν περνάμε ή και που ζούμε λιτοδίαιτα και πάλι δεν το σώζουμε το καράβι.. Είναι μια must εξομολόγηση πια που δεν ντρεπόμαστε να βγάλουμε προς τα έξω, αφού η πλειοψηφία του κόσμου ζει με αυτούς τους προβληματισμούς. Μας προσφέρει δε και κάποια ανακούφιση η έκφραση αυτού του μπουχτίσματος που νιώθουμε, μας δίνει μία θέση δίπλα σε αυτούς που έχουν έρθει αντιμέτωποι με την ίδια κατάσταση. Κατά μία έννοια μας παρηγορεί.
Παρατηρείται δε και το εξής φαινόμενο : Όσοι ανήκουν ακόμα στην κατηγορία των οικονομικά εύρωστων, προσπαθούν με έξυπνο συνήθως τρόπο να μην κάνουν γνωστή αυτή τους την άνεση, γνωρίζοντας ότι την μειοψηφία πολλοί θα κοιτάξουν με καχυποψία, άλλοι με χλευασμό και άλλοι με αμφισβήτηση. Γιατί; Γιατί νιώθουμε ότι δεν μπορεί να συμμεριστεί το δικό μας αδιέξοδο, ότι καταλαβαίνει ελάχιστη από τη δική μας δυσκολία και ότι ως γνωστόν, ο βολεμένος ζει απροβλημάτιστος.
 
Δεν φταίμε εμείς σε αυτό. Είμαστε άνθρωποι με πάθη και αδυναμίες. Μεταβάλλεται εύκολα η ψυχολογία μας από τις εξωτερικές μεταβολές και οι καταστάσεις που βιώνουμε την εκάστοτε χρονική περίοδο πυροδοτούν πολλές φορές τον κακό μας εαυτό. Υπό άλλες συνθήκες θα είχαμε αναπτύξει άλλες σχέσεις με τους γύρω και θα ζούσαμε όλοι ευτυχισμένοι, αν δεν έμπαινε το κριτήριο του χρήματος στη μέση.
 
Μα μήπως έχουμε ζήσει έτσι σαν χώρα;
 
Μήπως έχουν έρθει μεγάλες περίοδοι στον τόπο αυτό όπου είχαμε μια αγκαλιά για όλους, κανέναν άσχημο λόγο για τον απέναντι και οι must εξομολογήσεις μας με τους φίλους μας, περιλάμβαναν θέματα ποικίλης ύλης αλλά όχι τετριμμένες συζητήσεις για το πως θα βγάλουμε επιτέλους και πάλι λεφτά; Η αλήθεια είναι πως ναι, έχουμε ζήσει και έτσι. Τότε που κανείς δεν πίστευε ότι μπορεί να έρθει καιρός που η απουσία του χρήματος θα δοκιμάσει το δέσιμο που έχουμε χτίσει με τον γείτονα, γιατί πολύ απλά δεν είχαμε συνειδητοποιήσει τι στην ουσία μας έδενε με αυτόν.

Όταν κυριαρχεί η αστάθεια, είναι επιτακτικός ο ερχομός σταθερότητας που θα επιφέρει και πάλι ισορροπία, η οποία με τη σειρά της είναι ο προάγγελος της ευτυχίας και όλων των θετικών συναισθημάτων που αυτή συμπαρασύρει.
Ένα από τα καλά της απουσίας του τόσου χρήματος που μπορεί να μας ξεγελάσει και που οφείλουμε να διακρίνουμε, είναι ότι μας έδωσε στα χέρια ένα πολύ δυνατό χαρτί : Τη δυνατότητα να έρθουμε και πάλι ο ένας δίπλα άλλο, υπό νέες όμως βάσεις. Πιο γερές, πιο ακλόνητες και πιο ανιδιοτελείς.
 
Posted by
Maria Tsoli